Πώς να το χρησιμοποιήσεις
Δίπλα στην ελληνική απόδοση δίνεται και ο διεθνής αγγλικός όρος, ώστε να αναγνωρίζεις την ίδια έννοια στα μαθήματα, στα εργαλεία ανάλυσης και στην κουβέντα με παίκτες από άλλες χώρες.
Και οι 101 όροι
A
- Άγκυρα (anchor)¶
- Πόρτα με δύο ή περισσότερα δικά σου πούλια μέσα στο σπίτι του αντιπάλου. Αμυντική βάση που ετοιμάζει χτυπήματα.
- Acey-Deucey¶
- Αμερικανική ναυτική παραλλαγή όπου η ζαριά 1-2 ξεκλειδώνει μπόνους κινήσεις και επιπλέον ζαριά.
- Αυτόματος διπλασιασμός (automatic double)¶
- Μόνο σε παιχνίδι για λεφτά: τα ίσα ζάρια στο άνοιγμα ανεβάζουν τον κύβο στο 2.
- Προωθημένη άγκυρα (advanced anchor)¶
- Άγκυρα στη θέση 20 — τη «χρυσή άγκυρα» — ή στη θέση 18.
B
- Τριπλό (backgammon)¶
- Νίκη πριν ο αντίπαλος μαζέψει πούλι, ενώ έχει ακόμη πούλι στην μπάρα ή μέσα στο σπίτι σου. Μετράει το τριπλάσιο της αξίας του κύβου.
- Πίσω παιχνίδι (back game)¶
- Στρατηγική στηριγμένη σε δύο ή περισσότερες άγκυρες βαθιά μέσα στο σπίτι του αντιπάλου.
- Μπάρα (bar)¶
- Η κεντρική ράχη του ταμπλό· εκεί ανεβαίνουν τα χτυπημένα πούλια.
- Θέση της μπάρας (bar point)¶
- Η θέση 7. Μετά την πόρτα του 5, η δεύτερη πιο πολύτιμη επιθετική πόρτα.
- Μάζεμα (bear off)¶
- Το βγάλσιμο πουλιού από το ταμπλό· επιτρέπεται μόλις και τα 15 πούλια σου μπουν στο σπίτι σου.
- Beaver¶
- Μόνο σε παιχνίδι για λεφτά: άμεσος αντιδιπλασιασμός από τον παίκτη που μόλις δέχτηκε διπλασιασμό, με τον κύβο να μένει δικός του.
- Μπλιτς (blitz)¶
- Ολομέτωπη επίθεση με στόχο να κλειστεί ο αντίπαλος έξω όσο κάθεται στην μπάρα.
- Κλειστή θέση (block)¶
- Φτιαγμένη πόρτα που δεν αφήνει τα αντίπαλα πούλια να πατήσουν εκεί.
- Μονό πούλι (blot)¶
- Θέση με ένα μόνο πούλι — εκτεθειμένο σε χτύπημα.
- Χτίστης (builder)¶
- Ελεύθερο πούλι τοποθετημένο έτσι ώστε να βοηθήσει να χτιστεί νέα πόρτα στην επόμενη ζαριά.
C
- Εξαργύρωση (cash)¶
- Διπλασιάζεις για να βγάλεις τον αντίπαλο από το παιχνίδι: προσφέρεις κύβο που σωστά θα αφήσει, κλειδώνοντας το τρέχον ποντάρισμα.
- Πούλι (checker)¶
- Το πιόνι του παιχνιδιού· κάθε παίκτης έχει 15.
- Chouette¶
- Τάβλι για λεφτά με πολλούς παίκτες: ένας «στο κουτί» απέναντι σε ομάδα με αρχηγό, όπου κάθε μέλος της κρατά δικό του κύβο.
- Κλείσιμο (closeout)¶
- Και οι έξι πόρτες του σπιτιού φτιαγμένες ενώ ο αντίπαλος κάθεται στην μπάρα — δεν μπαίνει μέχρι να ανοίξει θέση.
- Στραβό ζάρι (cocked dice)¶
- Ζάρι που δεν κάθεται επίπεδα μετά τη ρίψη· ξαναρίχνονται και τα δύο.
- Ο μεγάλος γύρος (come-around)¶
- Το ταξίδι ενός πουλιού από την πλευρά του αντιπάλου, γύρω από όλο το ταμπλό, μέχρι το σπίτι σου.
- Επαφή (contact)¶
- Θέση όπου τα αντίπαλα πούλια μπορούν ακόμη να χτυπήσουν το ένα το άλλο.
- Κάλυψη (cover)¶
- Βάζεις δεύτερο πούλι πάνω σε δικό σου μονό και φτιάχνεις την πόρτα.
- Κανόνας Crawford¶
- Καθολικός στα ματς: όταν ένας παίκτης φτάσει για πρώτη φορά έναν πόντο από τη νίκη, το επόμενο παιχνίδι παίζεται χωρίς κύβο.
- Πέρασμα τεταρτημορίου (crossover)¶
- Η μετακίνηση ενός πουλιού σε επόμενο τεταρτημόριο του ταμπλό.
- Κύβος (cube)¶
- Η σύντομη ονομασία του κύβου διπλασιασμού.
- Cubeful / cubeless equity¶
- Η αναμενόμενη αξία μιας θέσης με ή χωρίς τις μελλοντικές αποφάσεις κύβου στον υπολογισμό.
- Ζωή του κύβου (cube life)¶
- Η αξία που απομένει στην κατοχή του κύβου· ποσοτικοποιείται με τους υπολογισμούς ζωντανού κύβου του Janowski.
D
- DAU¶
- Daily active users — οι ημερήσιοι ενεργοί χρήστες· έτσι μετρούν οι online πλατφόρμες το μέγεθος της κοινότητας μέρα με τη μέρα.
- Διασπορά αριθμών (diversification)¶
- Απλώνεις τους χρήσιμους αριθμούς σου, ώστε πολλές διαφορετικές ζαριές να δουλεύουν για σένα.
- DMP¶
- «Double match point»: και οι δύο παίκτες βρίσκονται έναν πόντο πριν από τη νίκη του ματς.
- Διπλασιασμός (double)¶
- Πρόταση να διπλασιαστεί το ποντάρισμα μέσω του κύβου, πάντα πριν από τη ζαριά· στο ελληνικό τραπέζι θα την ακούσεις και «βίδο».
- Διπλές (doubles)¶
- Ο ίδιος αριθμός και στα δύο ζάρια (π.χ. 4-4)· ο αριθμός παίζεται τέσσερις φορές.
- Κύβος διπλασιασμού (doubling cube)¶
- Ο εξάπλευρος κύβος με τα 2, 4, 8, 16, 32, 64 που ανεβάζει την αξία του παιχνιδιού.
- Παράθυρο διπλασιασμού (doubling window)¶
- Το εύρος πιθανοτήτων νίκης όπου ο διπλασιασμός είναι σωστός και ο αντίπαλος οφείλει ακόμη να δεχτεί.
- Αφήνω (drop)¶
- Απορρίπτεις τον διπλασιασμό (αλλιώς «pass») και παραδίδεις το παιχνίδι στην τρέχουσα αξία του κύβου.
- Ταύτιση αριθμών (duplication)¶
- Στήνεις τη θέση ώστε ο αντίπαλος να χρειάζεται τον ίδιο αριθμό για δύο διαφορετικές δουλειές — άρα λιγότερες ζαριές τον εξυπηρετούν.
E
- EMG¶
- «Equivalent to money game» — η κανονικοποιημένη μονάδα με την οποία εκφράζεται το equity στο ματς.
- Μπάσιμο (entering)¶
- Η είσοδος πουλιού από την μπάρα στο σπίτι του αντιπάλου.
- Equity¶
- Η αναμενόμενη αξία μιας θέσης, συνήθως σε μονάδες κύβου ή πόντους.
- EPC¶
- Effective pip count — το ωμό μέτρημα πιπ συν την αναμενόμενη σπατάλη· το καθιερωμένο μέτρο στις θέσεις μαζέματος.
F
G
- Παρτίδα (game)¶
- Μία αυτοτελής αναμέτρηση που τελειώνει όταν ένας παίκτης μαζέψει και τα 15 πούλια του.
- Διπλό (gammon)¶
- Νίκη πριν ο αντίπαλος προλάβει να μαζέψει έστω ένα πούλι. Μετράει το διπλάσιο της αξίας του κύβου.
- Χρυσή πόρτα (golden point)¶
- Η πόρτα του 5 στην επίθεση — ή η θέση 20 ως αμυντική «χρυσή άγκυρα».
H
I
J
K
- Μέτρημα Keith (Keith count)¶
- Διόρθωση του μετρήματος πιπ που συνυπολογίζει την κατανομή των πουλιών πριν από αποφάσεις κύβου σε κούρσα.
L
M
- MAU¶
- Monthly active users — το μηνιαίο μέτρο του μεγέθους μιας κοινότητας παικτών.
- Ματς (match)¶
- Αναμέτρηση πολλών παρτίδων που παίζεται μέχρι Ν πόντους (π.χ. 7, 11, 13, 21).
- Match equity¶
- Η πιθανότητα να κερδίσεις το ματς από ένα συγκεκριμένο σκορ.
- MET¶
- Match equity table — ο καθιερωμένος πίνακας με τις πιθανότητες νίκης του ματς ανά σκορ.
- Μεσαία θέση (midpoint)¶
- Η θέση 13.
N
O
P
- Pass¶
- Απόρριψη του διπλασιασμού (το ίδιο με το «αφήνω»), με παράδοση της τρέχουσας αξίας του κύβου.
- Πλήρωσε τώρα ή αργότερα (pay now or pay later)¶
- Το διαρκές δίλημμα να δεχτείς ένα μικρό ρίσκο τώρα για να αποφύγεις μεγαλύτερο μετά. Συχνά είναι η σωστή επιλογή.
- Πιπ (pip)¶
- Μία μονάδα απόστασης πάνω στο ταμπλό — ένα βήμα της διαδρομής.
- Μέτρημα πιπ (pip count)¶
- Το σύνολο των πιπ που απομένουν στα πούλια σου μέχρι το μάζεμα. Και οι δύο πλευρές ξεκινούν από 167.
- Πλακωτό (plakoto)¶
- Ελληνική παραλλαγή όπου τα μονά πούλια καρφώνονται εκεί που στέκονται αντί να χτυπιούνται.
- Θέση / πόρτα (point)¶
- Ένα από τα 24 τρίγωνα του ταμπλό. Με δύο πούλια η θέση γίνεται πόρτα· αν χτιστεί πάνω σε αντίπαλο μονό, το χτυπά την ίδια στιγμή.
- Pony¶
- Αργκό της αγγλόφωνης παρέας για τον κύβο διπλασιασμού.
- Μετά το Crawford (post-Crawford)¶
- Τα παιχνίδια μετά το παιχνίδι Crawford σε ένα ματς, με τον κύβο ξανά σε χρήση.
- PR¶
- Performance rating: το μέσο σφάλμα equity ανά απόφαση σε σύγκριση με αναλυτή νευρωνικού δικτύου. Όσο χαμηλότερο, τόσο καλύτερα· κάτω από 2 σημαίνει παγκόσμια κλάση.
- Φράγμα (prime)¶
- Συνεχόμενες φτιαγμένες πόρτες: φράγμα τεσσάρων, πέντε ή — αδιαπέραστο — έξι θέσεων.
- Αποδεδειγμένα δίκαια ζάρια (provably fair dice)¶
- Ζάρια που παράγονται με κρυπτογραφική δέσμευση-αποκάλυψη, ώστε κάθε ζαριά να επαληθεύεται μετά το παιχνίδι.
R
- Κούρσα (race)¶
- Θέση χωρίς καμία εναπομένουσα επαφή ανάμεσα στις δύο πλευρές.
- Raccoon¶
- Μόνο σε παιχνίδι για λεφτά: αντιδιπλασιασμός ως απάντηση σε beaver, πάλι με διατήρηση του κύβου.
- Αντιδιπλασιασμός (redouble)¶
- Επόμενος διπλασιασμός από τον παίκτη που κατέχει τον κύβο.
- Ζαριά (roll)¶
- Τα δύο νούμερα των ζαριών σε μία σειρά.
- Rollout¶
- Προσομοίωση του υπολογιστή που παίζει χιλιάδες παρτίδες από μια θέση για να εκτιμήσει το equity της.
- Παιχνίδι κούρσας (running game)¶
- Το πλάνο να τρέξεις όλα τα πούλια στο σπίτι, χωρίς καμία επαφή.
S
- Διακανονισμός (settlement)¶
- Μόνο σε παιχνίδι για λεφτά: συμφωνία να κλείσει η παρτίδα στη μέση, σε αξία που διαπραγματεύονται οι παίκτες.
- Βολή (shot)¶
- Ζαριά που χτυπά αντίπαλο μονό πούλι.
- Σλοτ (slot)¶
- Αφήνεις σκόπιμα μονό πούλι σε θέση-κλειδί, με σχέδιο να το καλύψεις στην επόμενη σειρά.
- Άσσοι (snake eyes)¶
- Η ζαριά 1-1 — λιγότερο καταστροφική απ’ όσο ακούγεται, αφού δίνει τέσσερις κινήσεις του 1.
- Στοίβα (stack)¶
- Πολλά πούλια στοιβαγμένα σε μία θέση· οι ψηλές στοίβες σπαταλούν υλικό.
T
- Δέχομαι (take)¶
- Αποδέχεσαι τον διπλασιασμό: το παιχνίδι συνεχίζεται με διπλή αξία και ο κύβος γίνεται δικός σου.
- Όριο αποδοχής (take point)¶
- Η ελάχιστη πιθανότητα νίκης στην οποία η αποδοχή του διπλασιασμού βγαίνει ίσα — περίπου 25% σε παιχνίδι για λεφτά· στο ματς εξαρτάται από το σκορ.
- Τάμπουλα (tabula)¶
- Ο ρωμαϊκός πρόγονος του σύγχρονου ταβλιού· από τη λατινική tabula ήρθε η βυζαντινή τάβλη — και το σημερινό «τάβλι».
- Τάβλα (tavla)¶
- Το τουρκικό όνομα και η τουρκική παράδοση του παιχνιδιού, χωρίς κύβο διπλασιασμού.
- Τάβλι (tavli)¶
- Το ελληνικό τάβλι — η τριάδα Πόρτες, Πλακωτό και Φεύγα, που παίζονται με τη σειρά στο ίδιο τραπέζι.
- Τάιμινγκ (timing)¶
- Στα παιχνίδια αναμονής και στα πίσω παιχνίδια: πόσο ακόμη αντέχεις πριν αναγκαστείς να σπάσεις μια κρίσιμη πόρτα.
- Πολύ καλός για διπλασιασμό (too good)¶
- Θέση τόσο κερδισμένη ώστε ο διπλασιασμός — και το σίγουρο άφημα του αντιπάλου — αποδίδει λιγότερο από το να συνεχίσεις για το διπλό.
U
- Χωρίς χτίστες (underbuilt)¶
- Θέση στην οποία λείπουν οι χτίστες που χρειάζονται για να χτιστούν νέες πόρτες.
V
- Μεταβλητότητα (volatility)¶
- Πόσο μπορεί να αλλάξει το equity μιας θέσης με μία ζαριά· η υψηλή μεταβλητότητα ανοίγει το παράθυρο του διπλασιασμού.
W
X
Z
- Ζώνη επαφής (zone)¶
- Η περιοχή του ταμπλό όπου η επαφή ανάμεσα στις δύο πλευρές είναι ακόμη δυνατή.
Δεν βρέθηκε όρος για αυτήν την αναζήτηση.